Teaser_franchise

Με δεδομένο το γεγονός ότι η σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) δεν ρυθμίζεται ξεχωριστά από το νόμο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα αν δύναται να εφαρμοστεί αναλογικά σε αυτή το άρθρο 9 (αποζημίωση πελατείας) του π.δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ στο εθνικό δίκαιο και αφορά τον εμπορικό αντιπρόσωπο. Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι απλή, καθώς έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις.

Σωκράτης Τσαχιρίδης, Ασκούμενος Δικηγόρος και μεταπτυχιακός φοιτητής του Πάντειου Πανεπιστημιού της Αθήνας

Για την εξαγωγή ενός ασφαλούς συμπεράσματος πρέπει να διαπιστωθεί πρώτα κατά πόσο ο δικαιοδόχος βρίσκεται στην ίδια θέση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι στη σύμβαση δικαιόχρησης υπαγωγήςο βαθμός ένταξης και εξάρτησης του δικαιοδόχου στο σύστημα του δικαιοπαρόχου είναι εξίσου έντονος και στενός με αυτόν του εμπορικού αντιπροσώπου, καθώς καλείται να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες, τους κανόνες, την οργάνωση και λειτουργία του, ώστε να δημιουργηθεί η πεποίθηση στο καταναλωτικό κοινό ότι πρόκειται για μία ενιαία επιχείρηση (corporateidentity). Επίσης, η υποχρέωση δημιουργίας άμεσου πελατολογίου εκ μέρους του δικαιοδόχου, που θα αποβεί εν τέλει σε όφελος του δικαιοπαρόχου κατά τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης υπαγωγής με την μεταβίβαση των στοιχείων των πελατών καθιστά τη θέση του ίδια με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου. Μάλιστα, η ως άνω υποχρέωση δεν χρειάζεται να έχει αποτυπωθεί συμβατικά, αλλά στοιχειοθετείται και όταν υφίσταται η πραγματική δυνατότητα του δικαιοπαρόχου να εκμεταλλευτεί τη δημιουργηθείσα εκ μέρους του δικαιοδόχου πελατεία παρά την έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης στη σύμβαση.

Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που δικαιολογεί την αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης υπαγωγής είναι το γεγονός πως ο δικαιοδόχος βρίσκεται σε δυσμενέστερη κατάσταση συγκριτικά με τον εμπορικό αντιπρόσωπο από την άποψη ότι αναλαμβάνει μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο, καθώς αφενός αγοράζει στο όνομά του και για λογαριασμό του τα προϊόντα που είναι προς διάθεση και επιπλέον πραγματοποιεί υψηλού κόστους επενδύσεις, που ουσιαστικά του επιβάλλονται από το δικαιοπάροχο, ώστε να λειτουργήσει ομαλά το σύστημα διανομής και δεν εναπόκεινται στην διακριτική του ευχέρεια. Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν τα ανωτέρω και η θέση του δικαιοδόχου ταυτίζεται ή μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, τότε κρίνεται ότι μπορεί να επιδικαστεί σε αυτόν κατ' αναλογία η αποζημίωση πελατείας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του π.δ. 219/1991. Τουναντίον, αν δεν πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ενδεδειγμένη λύση θεωρείται η απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας στον δικαιοδόχο.

Το εν λόγω ζήτημα της αναλογικής εφαρμογής στη σύμβαση δικαιόχρησης του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 για την αποζημίωση πελατείας δεν είχε μέχρι πρότινος απασχολήσει ιδιαίτερα τα ελληνικά δικαστήρια και ως εκ τούτου η νομολογία ήταν περιορισμένη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερες υποθέσεις τέτοιου είδους άγονται προς εκδίκαση ενώπιον των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να εμπλουτίζεται η νομολογία. Από τα ως τώρα πορίσματα δύναται να διαπιστωθεί ότι η θετική ή αρνητική στάση στο ζήτημα της επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας στον δικαιοδόχο δεν είναι δυνατόν να επικυρωθεί με τη θεσμοθέτηση μίας εκ των προτέρων καθορισμένης αξίωσης που θα αφορά όλους τους δικαιοδόχους, αλλά θα πρέπει να κριθεί κατά περίπτωση (casebycaseanalysis).

Ειδικότερα, θα πρέπει να ερευνηθεί αν στην υπό κρίση υπόθεση (inconcreto) υφίστανται οι ως άνω αναφερόμενες ομοιότητες μεταξύ του δικαιοδόχου και του εμπορικού αντιπροσώπου, ώστε να καθίσταται δικαιολογημένη και απολύτως αιτιολογημένη η αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης. Πάντως, να σημειωθεί ότι η κρατούσα μέχρι τώρα άποψη στην ελληνική θεωρία, που υιοθετήθηκε κατά καιρούς και από μέρος της νομολογίας,φαίνεται να τείνει προς την αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις δικαιόχρησης, αλλά όχι σε όλες. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω θέση έχει αποτυπωθεί κυρίως για την περίπτωση των συμβάσεων δικαιόχρησης υπαγωγής (και όχι για το σύστημα ισοτιμίας), με το σκεπτικό ότι μόνο σε αυτήν την κατηγορία δύναται να συντρέξουν όλοι εκείνοι οι όροι που καθιστούν όμοια τη θέση του δικαιοδόχου με εκείνη του εμπορικού αντιπροσώπου, ήτοι η αυστηρή ένταξη του δικαιοδόχου στην εμπορική οργάνωση του δικαιοπαρόχου και η υποχρέωσή του για μεταβίβαση των στοιχείων των πελατών του στον δικαιοπάροχο. Η δε σύσσωμη ελληνική θεωρία τάσσεται υπερ της αναγνώρισης του δικαιώματος στον δικαιοδόχο για αποζημίωση πελατείας κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991. Παρόλα αυτά, να σημειωθεί ότι τα ελληνικά δικαστήρια κατά ένα μεγάλο μέρος παραμένουν διστακτικά στην αναγνώριση της εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης.

Εν αντιθέσει με την περιορισμένη ελληνική νομολογία αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα, η γερμανική νομολογία έχει εκδώσει σωρεία αποφάσεων, που κατευθύνονται προς την υπό προϋποθέσεις επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας και στους δικαιοδόχους. Σε όσες δε περιπτώσεις δεν αναγνωρίστηκε από τα γερμανικά δικαστήρια αποζημίωση πελατείας στον δικαιοδόχο, αυτό έγινε όχι για το λόγο ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη, αλλά επειδή δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι όροι για την στοιχειοθέτηση της αναλογικής εφαρμογής με τον εμπορικό αντιπρόσωπο. Οι βασικοί πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η γερμανική νομολογία προκειμένου να χορηγήσει αποζημίωση πελατείας στον δικαιοδόχο κατ' αναλογία με τον εμπορικό αντιπρόσωπο ήταν ο υψηλός βαθμός ένταξης του δικαιοδόχου στην εμπορική οργάνωση του δικαιοπαρόχου και η υποχρέωση του να δημιουργήσει πελατολόγιο και στη συνέχεια να το μεταβιβάσει σε αυτόν κατά τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης, γεγονός που υιοθετήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, και από την ελληνική θεωρία.

Βέβαια, η εν λόγω άποψη για την αναλογική εφαρμογή στη σύμβαση δικαιόχρησης της αποζημίωσης πελατείας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του π.δ. 219/1991 δεν είναι χωρίς αντίλογο. Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης προβάλλουν ως επιχείρημα που εμποδίζει την αναλογία τη λειτουργία δίνης του σήματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν ο δικαιοδόχος συνάπτοντας μία σύμβαση δικαιόχρησης αποκτά το δικαίωμα για εκμετάλλευση του λεγόμενου πακέτου δικαιόχρησης, στο οποίο μεταξύ άλλων εμπεριέχεται και η χρήση του εμπορικού σήματος του δικαιοπαρόχου. Επειδή δε ο δικαιοπάροχος είναι συνήθως μεγάλη επιχείρηση ευρείας φήμης, η χρήση του εμπορικού της σήματος από τον δικαιοδόχο καταλήγει προς όφελος του, καθώς του εξασφαλίζει υψηλή αναγνωρισιμότητα και αποδοχή από το αγοραστικό κοινό. Αυτή ακριβώς η πολυσήμαντη λειτουργία του εμπορικού σήματος είναι που έχει οδηγήσει μία μερίδα της θεωρίας στην διατύπωση αρνητικής απάντησης αναφορικά με το αν δύναται να εφαρμοστεί κατ' αναλογίαν στη σύμβαση δικαιόχρησης η αποζημίωση πελατείας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του π.δ. 219/1991. Συνεπώς, κατά τα ως άνω υποστηριζόμενα η πελατεία δημιουργείται από την υπεραξία (goodwill) του εμπορικού σήματος του δικαιοπαρόχου και όχι από την δραστηριότητα του δικαιοδόχου και άρα ατονεί ένα βασικό κριτήριο που συνέβαλε στην αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας του άρθρο 9 π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης, ήτοι η δημιουργία πελατολογίου εκ μέρους του δικαιοδόχου.

Ωστόσο, εναντίον της παραπάνω άποψης έχουν διατυπωθεί έντονες επιφυλάξεις που εκκινούν από τη θέση ότι τα εμπορικά σήματα, παρά την ισχύ που διαθέτουν, ορισμένες φορές αντιμετωπίζουν δυσκολίες διείσδυσης σε κλειστές τοπικές αγορές, όπου το αγοραστικό κοινό δείχνει την εμφανή προτίμησή του στις ντόπιες επιχειρήσεις. Επιπλέον, μερίδα της γερμανικής θεωρίας, αλλά και της νομολογίας κάνει δεκτό ότι η λειτουργία δίνης του σήματος δεν είναι αποτελεσματικό επιχείρημα που δύναται να εμποδίζει την αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης, αλλά μπορεί να αποτελέσει αντιστάθμισμα για τον περιορισμό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Εξάλλου δεν πρέπει να παροραθεί το γεγονός ότι ορισμένες φορές η προσπάθεια εισόδου του δικαιοπαρόχου σε μία συγκεκριμένη αγορά μέσω ενός δικαιοδόχου μπορεί να απέτυχε, ενώ με τη συμβολή άλλου δικαιοδόχου, που ήταν πιο ενεργητικός και αποτελεσματικός να πέτυχε. Γιατί, επομένως, στην περίπτωση του δικαιοδόχου που πέτυχε την διείσδυση του δικαιοπαρόχου στην εν λόγω αγορά να αποκλεισθεί η αναλογική εφαρμογή της αποζημίωσης πελατείας που προβλέπεται από το άρθρο 9 π.δ. 219/1991;

Πάντως, σε περίπτωση που γίνει δεκτή από τον εφαρμοστή του δικαίου η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση δικαιόχρησης, η αποζημίωση πελατείας, που θα επιδικαστεί, πρέπει να είναι εύλογη και δίκαιη, καταλυτικά δε κριτήρια για τον εν λόγω χαρακτηρισμό της είναι η λήψη υπόψη της εισφοράς νέων πελατών από τον δικαιοδόχο, η πιθανή υπαιτιότητά του για τη λύση της σύμβασης και η ύπαρξη ρήτρας ανταγωνισμού.

Κλείνοντας να αναφέρουμε ότι το παρόν αποτελεί μέρος εισηγήσεως μεταπτυχιακού επιπέδου.

 

Ο Σωκράτης Τσαχιρίδης είναι Ασκούμενος Δικηγόρος και μεταπτυχιακός φοιτητής του Πάντειου Πανεπιστημιού της Αθήνας.

«Προηγούμενο άρθρο

Προσθέστε το σχόλιό σας